Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

μια φωτεινή θάλασσα


ήρθα απρόσκλητος στο κήπο που ανθίζεις
λουλούδι της Άνοιξης
γελούσες καθώς έλουζες
τον καταρράκτη των μαλλιών σου
και το γέλιο σου αναστάτωνε τη φύση
αναστάτωνε κι εμένα
βρήκα το θάρρος να σε πλησιάσω
από κοντά να θαυμάσω αυτή τη πρωτόγνωρη ομορφιά
φούντωνε ένας πόθος δυνατός στο στήθος μου
και στο κορμί μου όλο
σήκωσα τα τρεμάμενα χέρια μου και τα έμπλεξα στα μαλλιά σου
ανατρίχιασα στο άγγιγμα
κι ένιωσα και το δικό σου το κορμί ένα ρίγος να το διαπερνά
έγειρα κοντά σου κι ένιωσα το φως του χαμόγελου σου να με πνίγει
σαν θάλασσα γλυκιά
όταν τα δάχτυλά μου έφτασαν στον λαιμό ένιωσα τη σάρκα σου σαν
απαλή φιλόξενη γη
σε σήκωσα στην αγκαλιά μου κι ήσουν ανάλαφρη σαν πέταλα χρυσάνθεμου
μα είδα στο βλέμμα σου κύματα ανήμερα
σε ξάπλωσα ανάσκελη κι ανάσαινες ανάλαφρα
πλάσμα εξωτικό του δάσους
τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό σου σαν θησαυρό τον κρατούσαν
τον θώπευαν και τον ανακάτευαν με τα πυκνά μαλλιά σου
τα χείλη μου παρασύρθηκαν κι αυτά
πεινασμένα για τη γλύκα του κορμιού σου
τη τρυφεράδα του τράχηλου γευόμουν λαίμαργα
σαν μέλι αποσταγμένο από τα άνθη του κορμιού σου
ήθελαν τα χείλη να κατηφορίσουν
προς τα στήθη που μόνο στα όνειρα τα είχα φιλήσει
σκληρές ρώγες άγουρα αγριοκέρασα ορθωμένα
έτοιμα για ερωτικά παιχνίδια
το στόμα μου και τα δάχτυλα ατίθασα από μόνα τους κατηφόρισαν
στη λευκή σου κοιλίτσα
με πυρωμένη αντρική δύναμη όρμηξαν
εκεί που ξεκινάς να γαργαλιέσαι
και τα δόντια ολοένα σε δάγκωναν
γλυκιά μου αμβροσία
μια δαγκωματιά στο ένα στήθος
και μετά στο διπλανό να μην ζηλεύει
δοκίμασε η γλώσσα τη μασχάλη σου κι ήταν ποτισμένη με ροδόνερο
ένιωσα το κορμί σου να αναρριγά από ηδονή και πόθο
μικρές κραυγές που διαπερνούσαν την ακοή μου
με έκαναν να λιώνω από προσμονή
ήθελα τόσο να φτάσω
στο μικρούλικο εκείνο λουλουδάκι
που κρύβει στα χειλάκια του τις
ηδονές του κόσμου όλου
το ένιωθα υγρό να με προσκαλεί
έτοιμο να με υποδεχτεί
αλλά ήθελα να καθυστερήσω στου παράδεισου την πύλη όσο μπορούσα
ήθελα να σε βασανίσω
με φιλιά στα γόνατα
να μην αντέχεις άλλο
κι η διείσδυση στο βάθος του κορμιού σου
να είναι λύτρωση μοναδική
πίεζα τη κοιλιά σου κάτω από τον αφαλό
με απαλές κυκλικές κινήσεις
υπνωτικός χορός να σε εκτοξεύσει σε κρυφούς ουρανούς ηδονής
ένα άτακτο δάχτυλο γλίστρησε και έφτασε
στο καυτό μπουμπούκι της κλειτορίδας σου
μια σταγονίτσα κύλησε ανάμεσα στα χειλάκια σου
ροζ, καυτά και έτοιμα να με δεχτούν
καθώς το πέλμα σου  φιλούσα
άκουσα ένα απειροελάχιστο στεναγμό να σου διαφεύγει 
ένιωσα πως ποθούσες να βυθιστώ στη μυστική σου θάλασσα
πίεσα με τα χείλη τα δικά σου
ήθελα να ρουφήξω την ανάσα σου
η γλώσσα μου να διατρέξει το κορμί σου
να ανακαλύψει τους ηδονικούς σου κόλπους 
να ρουφήξω τους γλουτούς σου
τα ακροδάχτυλα σου 
τους τρυφερούς λοβούς σου
τον αγνό ερωτισμό της ψυχής σου
που πάντα με ξαφνιάζει
πάντα με γοητεύει
να ρουφήξω τη γυναικεία σου υπόσταση 
τους χτύπους της καρδιάς σου
που σπαρταρούν στο στέρνο σου που αγγίζω
και τρελαίνουν τη δική μου καρδιά
βρέθηκα μέσα σου χωρίς να το καταλάβουμε
καυτός, σκληρός ένας χείμαρρος πάθους
που θέλει να σε γεμίσει με γλυκιά ενέργεια
μια λεία ζεστή άγκυρα που θέλει να βυθιστεί στο κρίνο σου 
το τρυφερό
οι ανάσες μας ενώθηκαν σαν πνεύματα
που σφιχταγκαλιάζονται στη θύελλα
βρήκαμε ένα αργό ρυθμό
και κοιταζόμασταν στα μάτια 
το χαμόγελο σου
μου ψιθύριζε γλυκόλογα μεθυστικά
αυτή η μικρή αιωνιότητα που είχαμε γίνει ένα
ένα κορμί ενωμένο 
ένα φλογερό ουρλιαχτό 
που αναδύθηκε από τα βάθη των παλλόμενων τυφώνων
που μας είχαν παρασύρει σε δίνη ερωτική
κοιταχτήκαμε
και ξέραμε ποιος άνεμος ανήμερος
μας είχε πλημμυρίσει
δεν χρειάστηκε τα χείλη μας 
να αρθρώσουν τη λέξη
οργασμός 
δυνατός σαν το πιο φωτεινό ηφαίστειο
απαλός σαν βελούδινο χάδι που ζέστανε τη νύχτα 
για να αποκοιμηθούμε
εξαντλημένα θεριά
στην αγκαλιά της.

Φελίτσε φορ φάιαρ

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ναπολιτάνα


Άντρες, που γκρινιάζεις πως πήρες κανένα κιλό και σε κοιτάζουν αυστηρά και σου λένε εντάξει να το χάσεις αλλά μέχρι να το χάσεις ας το γλεντήσουμε το κιλό σου που πήγε και κάθησε στον κωλο σου κάποιο λόγο θα είχε. Και σου μαγειρεύουν μια μακαρονάδα ναπολιτάνα γιατί οι απλές μακαρονάδες του καλού μάγειρα γαμάνε, στο μπέρδεμα όλοι τα καταφέρνουν. Σωστό σπαγγέτι, ντομάτα, βασιλικός, πιπέρι, παρμεζάνα. Έλα να σε ταΐσω σου λέει μπουκιά μπουκιά και σου δίνει κι ένα ποτήρι κιάντι, έλα να σε ταΐσω να σταθεί το κιλάκι μια δυο μέρες ακόμα να σε πηδήξω λίγο πιο στρογγυλή μετά να το χάσεις όμως, ναι; Μια μπουκιά σπαγγέτι, μία γουλιά κρασί, σου δίνει κι αν λερωθείς με τη σαλτσούλα σε σκουπίζει με το δάχτυλο, όλο θα το φας. Να σε σηκώσει από το χέρι μόλις φας όλο σου το πιάτο και να σου σπρώξει την πλάτη να σκύψεις πάνω στο τραπέζι. Να δούμε, θα πει, πού και πώς κάθισε το κιλό στον κώλο σου και με φροντίδα πολύ, όση ξόδεψε για να μαγειρέψει και να σε ταΐσει, να τον χαϊδέψει τον κώλο και να τον πιάσει με τις παλάμες αδιάντροπα, ε βέβαια είναι εμφανές, πάχυνες. Κι ας σε γαμήσει εκεί, ό,τι προλάβουμε, από αύριο να βάλεις μπρος να το χάσεις, μακαρόνια πάλι σε δυο τρεις βδομάδες, κρίμα ...

Άντζυ Ντίκινσον

επισκεφτείτε τον κόσμο της Άντζυ: frauem.wordpress.com 

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

νηστεία


νηστεύω
θα φάω μόνο το νηστίσιμο μουνάκι σου
θα γαμήσω το νηστίσιμο κωλαράκι σου
στους νηστίσιμους γλουτούς σου
θα πέσω να αποκοιμηθώ
ληστεύω
διαρρηγνύω τα όνειρά σου
εισβάλλω στην υποσυνείδητη σάρκα σου
ασελγώ στις λαχτάρες σου
λαφυρεύω τους οργασμούς σου
πιστεύω
πως ο έρωτας μιλάει ευθαρσώς
χρησιμοποιεί τις λέξεις
σαν φαλλοαιδοία
δεν προλαβαίνει να νοσταλγήσει
τις παρελθούσες συνουσίες
όσο γλυκά και αν τον τάισαν
(.......)
προκαλεί
χαρίζει
δεν νηστεύει δεν ληστεύει δεν πιστεύει
μονάχα  (.......)

Φελίτσε ντε λα Πιετά

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

κιχ

Andrei Protsouk

Αργία σήμερα. Αργία για ήλιο, καφέ, κόκκινες κάλτσες ως το γόνατο και γλείψιμο από πίσω. Γλείψιμο την ώρα που διαβάζεις το βιβλίο σου μπρούμυτα. Να σου κατεβάσει το μεταξωτό βρακάκι σιγά σιγά, από τα πλαγια, με το δείκτη και τον αντίχειρα και να σημαδεψει το κορδελλάκι το λόφο του κώλου. Άσε με να το τελειώσω ρε παιδάκι μου να πεις και να μη σε ακούσει μόνο να βάλει το χέρι από κάτω σου και να σου σηκώσει τον κώλο, να βγάλει το βρακί και αφού σου δαγκώσει λίγο τις κορυφές του, να χωθεί με ευχαρίστηση και ένα δυό βογγητά στο αιδοίο σου πεινασμένος. Και να δαιμονίζει, να γλείφει και να μαλάζει με λαχτάρα μεγάλη. Να σου έχει δώσει οδηγία και διαταγή να μην ακουστείς καθόλου. Κιχ. Μόνο αυτός να ακούγεται που σε γλείφει, αυτός και οι ανάσες του και η καύλα του. Εσύ να δαγκώνεσαι να μην ακουστείς, αφού στο είπε, μην ακούσω τίποτα, θα σε τιμωρήσω. Λίγο πριν τελειώσεις να αφήσεις μια λιγωμένη ανάσα, επίτηδες, να δεις τί θα κάνει; Τί έχει σχεδιάσει; Τί σκοπεύει; Αυτός να σταματήσει θυμωμένος, κι αφού σε παρατηρήσει: δε σου είπα κιχ να μην ακούσω; Να σε πηδήξει για να μάθεις εσύ, να ελευθερωθεί κι αυτός.
Θα έχει φέρει και καφέ αλλά θα πάγωσε. Να πάει να φτιάξει άλλον, εσύ να καθίσεις στον ήλιο 

Άντζυ Ντίκινσον 

επισκεφτείτε τον κόσμο της Άντζυ: frauem.wordpress.com 


Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Ζέστη θα έχει σήμερα.

Tom Wesselmann




Θέλω να μείνω ξαπλωμένη χωρίς ρούχα στον ήλιο, ζαλισμένη από ακριβώς τρία ποτήρια άσπρο κρασί, πολύ παγωμένο, όσο δε θα έπρεπε, και ένα τζόιντ. Να μείνω με κλειστά τα μάτια και τα χέρια ψηλά μέχρι να με κάψει ο ήλιος τόσο που να γκρινιάξω όταν μου φιλήσει τη ρώγα. Να πονάει λίγο το δέρμα γύρω της και να μην απολαμβάνει το ελαφρύ γυάλισμα της γλώσσας ούτε τη μικρή πίεση που περνάει κυκλικά δυο τρεις φορές.
Κάηκες να μου πει και να μου πιάσει τον κώλο.


 Άντζι Ντίκινσον


 επισκεφτείτε τον κόσμο της Άντζυ: ushiroblog.wordpress.com

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Toshio Saeki

Να καθίσω να σου γράψω
Κάτι να ερεθιστείς;
Αν σ' ερεθίζουν τα στριπτίζ
Ψυχών με ερμαφρόδιτα
Γεννητικά όργανα
Ξεβρακώσου και κάτσε
Αναπαυτικά
Να παίρνω κι εγώ μάτι
Θα σε αρχίσω στις σφαλιάρες
Κάποια στιγμή
Αν με κοιτάξεις λίγο παράξενα
Σα γκόμενα ας πούμε...
Καθότι πολλά παθούσα γυνή
Κατάντησα λίγο σαδό
Αλλά μπορεί και τότε ακριβώς
Να έχεις στύση
Γιατί στο ρόλο του άντρακλα
Με το ολόρθο πούτσο μια ζωή
Μου ' γινες σίγουρα λίγο μαζό
Μη νοιάζεσαι αφού σε μαστιγώσω
Θα στον ρουφήξω έπειτα μέχρι σταγόνας ανακούρκουδα
Καθώς μανιωδώς θα τσιμπάω
Τη κλειτορίδα μου
Η μήπως θες από μακριά
Συνηθισμένοι είμαστε στη μη επαφή
Θα τρίβεις την ψωλή σου με μανία
Θα με κοιτάς να μαλακίζομαι
Και θα φωνάζεις " κι άλλο τσίμπα τη τσίμπα βάλε όλα τα δάχτυλα βαθιά μέσα" κι εγώ θα σε κοιτώ
Να χύνεις για εμένα και θα γλείφομαι
Οχι εγώ δεν τέλειωσα ακόμη...



 Το Σαρκοφάγον της Βιολέτας

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015


[1]
Το μόνο φως έρχεται από το χωλ. Δεν άναψες άλλο, δεν πρόλαβες. Σε γδύνει με βιάση και σε πετάει στο κρεβάτι. Πέφτει πάνω σου και ξεκινάει κατευθείαν, χωρίς προκαταρκτικά, χωρίς να μάθει το κορμί σου. Ένα τέταρτο αργότερα τα αγκομαχητά σταματούν. Περιμένεις να ακούσεις το φερμουάρ του  να ανεβαίνει και την εξώπορτα να κλείνει (έτσι σου έμαθαν οι προηγούμενοι πως είναι το σωστό, αυτοί που σου χαρίζανε καθρεφτάκια και χάντρες σα να 'σουνα Ινδιάνος). Τίποτα απ' αυτά δεν ακούγεται, μόνο δυο χέρια σε κλείνουν στην αγκαλιά τους και ένα φιλί αγγίζει τον λαιμό σου. Αποκοιμιέσαι...
[2]
Τα βογγητά σου ακούγονται πιθανόν και στο πάνω διαμέρισμα. Τα σήματα Μορς που στέλνει η κλειτορίδα στον εγκέφαλο πολλαπλασιάζονται σε κάθε επιδέξια κίνηση σου. Ο ιδανικός σου Εραστής ξέρει πολύ καλά πως να σε ικανοποιήσει. Αυτόν ψάχνεις κάθε βράδυ στα μπαράκια. Και σε κάθε υπόσχεση, έρχεται πάντα η απογοήτευση. Και αν δεν βρεις κάποιον να σου γυαλίσει, βολεύεσαι μόνη (όπως απόψε). Καλύτερα...
[3]
Πατάς το -PLAY-. Ξεκινάει ο πολύχρωμος εαυτός μου να σου μιλάει και να χορεύει. Γουστάρεις. Ξεχνάς το παρελθόν. Τελειώνει η Α' πλευρά. Είσαι περίεργη για την Β'. Είναι ασπρόμαυρη. Πατάς το -PLAY- ξανά. "Είσαι σίγουρη;" ρωτάω σα να προειδοποιώ. Μου βγάζεις το πουκάμισο. Ορμάω και σε καθηλώνω στο πάτωμα. Τα βογγητά ακούγονται στο πάνω διαμέρισμα. Δαγκωματιές και πρόστυχες λέξεις παντού. Κορύφωση...
Το πρωί ξυπνάς και κάνεις να σηκωθείς, μα κάτι σε εμποδίζει. 
Είναι το χέρι μου.

αναδημοσίευση από το bloodoftheunforgiven.blogspot.gr